Ενεργοποίηση και βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών

Επιμέλεια: Europalso p11

Βασίλειος Χατζημπύρος

Δρ. Κοινωνικής Ψυχολογίας Α.Π.Θ.

Διδάσκων στο Παιδαγωγικό Τμήμα  Δημοτικής Εκπαίδευσης

 

Επιχειρώντας έναν ορισμό της έννοιας της επιτυχίας, καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για μια μάλλον παρεξηγημένη και δυσδιάκριτη έννοια (Baker, 2014). Σύμφωνα με τον Lifang (2015) η επιτυχία είναι απλά ένα συναίσθημα που δημιουργείται με την ολοκλήρωση του εκάστοτε στόχου ή στόχων που θέτει ο κάθε άνθρωπος. Συγκεκριμένα, στο πεδίο της σχολικής επίδοσης, για τους περισσότερους γονείς και μαθητές η επίτευξη στόχων που θεωρείται ότι οδηγούν στην επιτυχία, είναι κυρίως, οι ικανοποιητικοί βαθμοί. Σύγχρονες έρευνες υποστηρίζουν ότι αυτή η αντίληψη που εστιάζει μόνο στην επίτευξη υψηλών βαθμών, αποτελεί ασθενές κίνητρο (Kezar, 2015. Nunn, 2014. Rhodes, 2015).

Σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς – λανθασμένα – χρησιμοποιούν την υλική εξαγορά της επιτυχίας του μαθητή (π.χ. απόκτηση καλών βαθμών με σκοπό την ανταμοιβή με κάποιο δώρο) και προβληματίζονται όταν παρά την προοπτική αυτής της επιβράβευσης το παιδί συνεχίζει να δείχνει αδιαφορία. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει κανένας ικανοποιητικός τρόπος, να παρακινηθεί ένας μαθητής για να κάνει κάτι το οποίο ο ίδιος θεωρεί μάταιο και χωρίς ουσία. Και εδώ έγκειται το βασικό κίνητρο της βελτίωσης των επιδόσεων του μαθητή. Η προσπάθεια και η μάθηση πρέπει να έχει νόημα για τον ίδιο. Αυτό το νόημα θα δώσει στον μαθητή το κίνητρο, την πειθαρχία, την συνέχεια στην προσπάθεια του αλλά και την αίσθηση υπευθυνότητας και ελέγχου γενικότερα στη ζωή του.

Παραδείγματα σκέψης νοηματοδότησης μαθητών φαίνονται στον ακόλουθο πίνακα:

 Σκέψεις μαθητή που δεν έχει προσδώσει δικό του νόημα στην προσπάθειά του  Σκέψεις μαθητή που έχει νοηματοδοτήσει την προσπάθειά του
 «Αν δεν τα καταφέρω σημαίνει πως είμαι άχρηστος»
«Ξέρω ότι αξίζω και ξέρω πως ένα μεμονωμένο αρνητικό αποτέλεσμα δεν καθορίζει, το ποιος είμαι»
«Είναι στο χέρι μου να καταφέρω να πετύχω αυτό που έχω βάλει στόχο»
«Ξέρω τι θέλω να πετύχω και το διάβασμα είναι το μέσο για να το καταφέρω»
 «Αν δεν τα καταφέρω, δεν ήταν να γίνει»
 «Δεν μπορώ να πιεστώ να διαβάσω, δεν έχω καμία όρεξη»

 

Παρατηρείται ότι η διαφορά στον τρόπο σκέψης, έγκειται στο ότι ο μαθητής που έχει νοηματοδοτήσει την προσπάθειά του, αντλεί από ένα σετ δεξιοτήτων, τις λεγόμενες κοινωνικές δεξιότητες.

Αυτές οι κοινωνικές δεξιότητες  περιλαμβάνουν:

  • Την αυτοεκτίµηση – δηλαδή την αποδοχή της μοναδικότητάς του, των δυνατοτήτων του και της αξίας του.
  • Την υπευθυνότητα – δηλαδή την αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης στα αποτελέσματα των προσπαθειών.
  • Την αντοχή στην πίεση – Δηλαδή τη ρύθμιση των υποχρεώσεων με αυτό-έλεγχο, πειθαρχία και συγκέντρωση (Merrell & Gimpel, 2014).

 

Το κλειδί ενεργοποίησης αυτών των δεξιοτήτων και μέσω αυτών της βελτίωσης των επιδόσεων, έγκειται:

  1. Στο γνωστικό πλαίσιο: η νοηματοδότηση της προσπάθειας του μαθητή. Κάτι που μπορεί να επιτευχτεί μέσω της ενεργητικής ακρόασης, δηλαδή της προσπάθειας να συμβιώσουμε τις δυσκολίες του ομιλούντα με σκοπό να σεβαστούμε την προσπάθεια του, με ό,τι δυσκολίες ενέχει και χωρίς να τον κατευθύνουμε (Weger et al., 2014).
  1. Στο οικογενειακό  πλαίσιο: οι  καλές  οικογενειακές  σχέσεις. Καλές σχέσεις δεν σημαίνουν σχέσεις, χωρίς συγκρούσεις.. Οι συγκρούσεις θεωρούνται απαραίτητες, γιατί η επίλυσή τους μας δίνει απαραίτητα εργαλεία. Καλές σχέσεις είναι αυτές όπου προωθείται το μοίρασμα προβληματισμών με προοπτική συζήτησης και αναζήτησης χωρίς κριτική.
  2. Στο σχολικό πλαίσιο: η δημιουργία ενός κλίματος σεβασμού στη διαφορετικότητα και στις μοναδικές ανάγκες του κάθε μαθητή. Είναι σημαντικό το σχολείο να συντελεί σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν προωθεί το κυνήγι ενός βαθμού αλλά ένα ασφαλές πλαίσιο ομαδικής αλληλεπίδρασης, στο οποίο ο μαθητής να αισθάνεται άνετος να εξερευνήσει τι στόχους θέλει ο ίδιος να βάλει στη ζωή του.

Κλείνοντας, έχει ενδιαφέρον μια φράση του Carl Rogers για τη μάθηση:

«Ξέρω ότι δεν μπορώ να  διδάξω τίποτα σε κανέναν. Μπορώ όμως να δημιουργήσω ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο κάποιος θα μπορεί να μάθει κάτι.» (Carl Rogers, 1959)