Η σταθερότητα στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας μας κάνει ανταγωνιστικούς

Η πρόγνωση, η σταθερότητα και ο σωστός προγραµµατισµός από την πλευρά των γονιών, είναι απαραίτητοι παράγοντες όταν καλούνται να πάρουν αποφάσεις που αφορούν την εκπαίδευση των παιδιών τους όσο είναι ακόµα σε µικρή ηλικία και έχουν όλο το χρόνο µπροστά τους να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Αυτό σηµαίνει « Έκανα ότι καλύτερο µπορούσα…»

Επιμέλεια: Europalso (p10)

Μ.Μ. Εκπαιδευτικός MA Special Educational Needs

Έχει πλέον γίνει αντιληπτό ότι η ξένη γλώσσα και η καλή της χρήση συµπεριλαµβάνεται στα πρώτα και πιο σηµαντικά κριτήρια όσον αφορά στις προσλήψεις. Όµως ακόµα πιο πριν από το στάδιο αυτό, για να συνεχίσει κανείς την εκπαίδευσή του σε οποιοδήποτε τοµέα, θέλοντας να αποκτήσει κάποιο µεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, χρειάζεται απαραίτητα να προσκοµίσει πιστοποιητικό που να αποδεικνύει την άριστη γνώση της γλώσσας στην οποία γίνονται τα µαθήµατα.  Τεράστιος ανταγωνισµός.

Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί οι υποψήφιοι, που θα επιλεχθούν ανάµεσα σε χιλιάδες για να παρακολουθήσουν τα µεταπτυχιακά προγράµµατα της αρεσκείας τους ή τελικά θα ξεχωρίσουν; Φυσικά υπάρχουν παράµετροι που δεν µαθαίνονται, αλλά θα πρέπει κανείς να τους έχει αναπτύξει ως κοµµάτια της προσωπικότητάς του, όπως φιλοδοξία, επιµονή, υποµονή, πάθος και όρεξη για δουλειά. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν αποκτούνται από τη µια στιγµή στην άλλη και δεν φαίνονται από συνέντευξη µε τον ενδιαφερόµενο. Υπάρχει όµως τρόπος να φανούν µέσα από ένα σωστό βιογραφικό, το οποίο θα αποκαλύπτει σταθερότητα από µικρή ηλικία, συνέχεια µεταξύ των επιτευγµάτων και της µόρφωσης, κατά κάποιον τρόπο τον χαρακτήρα του ατόµου, τις φιλοδοξίες του, τις επιλογές και τις προσπάθειές του.

Τι σηµαίνει όµως, σταθερότητα και συγκέντρωση στον στόχο; Ας πάρουµε για παράδειγµα την ξένη γλώσσα. Ένα παιδί συνήθως ξεκινάει μια ξένη γλώσσα ιδανικά, όταν πλέον έχει φτάσει στη Β’ ∆ηµοτικού. Αν η αρχή του είναι σωστή και σταθερή, καταφέρνει µε σταθερά βήµατα να εξασφαλίσει το πρώτο του πιστοποιητικό επιπέδου Β2 στην Γ’ Γυμνασίου. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής έχει ήδη 8 χρόνια επαφής και τριβής µε τη γλώσσα και γνωρίζει να την χειρίζεται και να επικοινωνεί σε αυτή, σε ένα χαµηλό, αλλά επαρκές για την επικοινωνία, επίπεδο. Είναι όµως το επίπεδο αυτό αρκετό για να ξεχωρίσει ανάµεσα σε τόσους άλλους, όταν θα έρθει η ώρα να φανεί ανταγωνιστικός; ∆εν είναι αρκετό. Για αυτό το λόγο ο µαθητής θα συνεχίσει την ξένη γλώσσα και ένα χρόνο µετά, στην Α’ Λυκείου, θα έχει αποκτήσει ένα δεύτερο πιστοποιητικό επιπέδου C1 ή και C2. Το αν βέβαια η απόκτηση του πιστοποιητικού είναι τελικά ο στόχος, είναι µια άλλη ιστορία που θα πρέπει βέβαια να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν, διότι ο ανταγωνισμός δεν κάνει αστεία και το πιστοποιητικό από µόνο του, δεν αποτελεί καµία απόδειξη για τον εκάστοτε εργοδότη ή πανεπιστηµιακό ίδρυµα. Η γνώση αυτή που θα αποκτήσει ο μαθητής στην Α’ Λυκείου θα πρέπει να τον ακολουθήσει περίπου 6-7 χρόνια µετά που θα ξανακαλεστεί να την πιστοποιήσει σε πραγµατικό χρόνο.

Ας γυρίσουµε λοιπόν στον παράγοντα σταθερότητα. Η βαθειά γνώση και χρήση της ξένης γλώσσας δεν είναι απλά ένα πακέτο γραµµατικών φαινοµένων και λεξιλογίου. Με λίγα λόγια, η συνεχής τριβή είναι αναγκαία. Οι σπασµωδικές λοιπόν κινήσεις διακοπής και έναρξης µαθηµάτων, αναλόγως το ετήσιο βεβαρηµένο ή µη πρόγραµµα του καθενός, οδηγούν σε έλλειψη αυτοπεποίθησης και την παραµέληση ανάπτυξης της γλώσσας που αργότερα θα καλεστεί να αποδείξει ότι γνωρίζει. Ως αποτέλεσµα, χάνει πολλές ευκαιρίες και η ζωή του ίσως να πάρει άλλη πορεία.